ένδηλος

ένδηλος
-η, -ο (AM ἔνδηλος, -ον)
1. φανερός, ολοφάνερος
2. (για πρόσ.) γνωστός («καίπερ οὐ βουλόμενοι ἔνδηλοι εἶναι τοις Ἀθηναίοις», Θουκ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ἔνδηλος — visible masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδηλότερον — ἔνδηλος visible adverbial comp ἔνδηλος visible masc acc comp sg ἔνδηλος visible neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδηλότατα — ἔνδηλος visible adverbial superl ἔνδηλος visible neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδήλως — ἔνδηλος visible adverbial ἔνδηλος visible masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔνδηλον — ἔνδηλος visible masc/fem acc sg ἔνδηλος visible neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδηλότερα — ἔνδηλος visible neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδηλότερος — ἔνδηλος visible masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδήλου — ἔνδηλος visible masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδήλους — ἔνδηλος visible masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδήλων — ἔνδηλος visible masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”